Μούτα Μαριάννα

Μπακαλούδη Δέσποινα

 

 

 

 

       ΣΟΥΦΛΙ

                    H ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΞΙΟΥ!

 

 

 

 

                                       ΣΟΥΦΛΙ 2003  

 

 

 

                                  Περίληψη

 

 

   Ο Δήμος Σουφλίου έχει σήμερα έκταση 462 km2 και πληθυσμό 8500 περίπου κατοίκους. Συνορεύει ανατολικά με την Τουρκία, δυτικά και βόρεια με το Δήμο Ορφέα και νότια με το Δήμο Τυχερού.

   Το Δήμο Σουφλίου αποτελούν το Σουφλί (έδρα του Δήμου), οι οικισμοί Σιδηρώ και Γιαννούλη καθώς και οι τέσσερις πρώην κοινότητες της Δαδιάς, Κορνοφωλιάς, Λαγυνών και Λυκόφης.

 

 

                                   Ιστορία του Σουφλίου

 

 

   Το Σουφλί είναι χτισμένο στην ανατολική πλαγιά του δίδυμου λόφου του προφήτη Ηλία, ενός από τα τελευταία υψώματα της πολύκορφης Ροδόπης. Βρίσκεται στο κέντρο του Νομού Έβρου καθώς απέχει 65km από την Αλεξανδρούπολη (νότια) και 50km από την Ορεστιάδα (βόρεια). Εντάσσεται στην παρέβρια περιοχή καθώς απέχει 500m από τον ποταμό Έβρο. Για πρώτη φορά το Σουφλί αναφέρεται από τον Τούρκο περιηγητή Εβλιγιά Τσελεμπή, κατά το 1667 μ.Χ, με το όνομα Σοφουλού. Την περίοδο εκείνη ήταν ένα κεφαλοχώρι απαλλαγμένο από φόρους. Την τουρκική ονομασία Σοφουλού πιθανόν να την πήρε από παλιό μουσουλμανικό μοναστήρι που ήταν στην περιοχή. Υπάρχει όμως και άλλη εκδοχή, ότι το Σουφλί πήρε την ονομασία του από το όνομα βυζαντινού γαιοκτήμονα που λεγόταν Σουφλής.

   Είναι ωστόσο ιστορικά διαβεβαιωμένο ότι το Σουφλί κατοικούνταν από την Αλεξανδρινή εποχή. Αυτό διαπιστώνεται από αντικείμενα που βρέθηκαν στην περιοχή, καθώς και την ανακάλυψη τάφων της Ελληνιστικής περιόδου. Όμως το έντονο Θρακιώτικο στοιχείο στα έθιμα της περιοχής μαρτυρεί την καταγωγή των Σουφλιωτών από το μεγάλο Θρακικό φύλο της Βαλκανικής χερσονήσου και των νησιών του βορειοανατολικού Αιγαίου.

 

Ίδρυση του Σουφλίου

 

 

   Οι ιστορίες γύρω από την ίδρυση του Σουφλίου κινούνται ανάμεσα στο μύθο και την πραγματικότητα. Η πρώτη άποψη βασίστηκε κυρίως στην ύπαρξη, εντός του Σουφλίου, συνοικίας με το όνομα Κακοσούλι και οδός Λέκκα (γνωστό ηπειρωτικό όνομα), σε παραδόσεις οικογενειών του Σουφλίου για έλευσή τους από την Ήπειρο, σε παλιότερο ετήσιο πανηγύρι του Αγ. Χριστόφορου (9 Μαίου) και την ηχητική ομοιότητα των ονομάτων Σούλι-Σουφλί.

   Η δεύτερη στηρίχτηκε στη φυσιογνωμία, το χαρακτήρα, τις ιδιότητες, τα ήθη και έθιμα και μερικά επώνυμα των κατοίκων (Αλβανός, Αρβανίτης κ.α).

   Η τρίτη άποψη βασίστηκε σε τραγούδια που απαντούν και στην περιοχή της Θεσσαλίας, όπως το τραγούδι-παιχνίδι Λέμπου-Λέμπου που αναφέρεται στην περιοχή του Ολύμπου.

   Η άποψή μας είναι ότι το Σουφλί προϋπήρχε οπωσδήποτε από τον 16ο αιώνα. Πιθανόν μέχρι τότε να υπήρχαν κάποιοι οικισμοί, σε ψηλά σημεία, μέσα στη σημερινή θέση της πόλης, αλλά και γύρω από αυτή. Οι οικισμοί ίσως να ήταν τόσο ασήμαντοι, ώστε να μην τραβούν το ενδιαφέρον των περιηγητών. Πριν από τον 16ο αιώνα πιθανόν άρχισαν να ενώνονται και σύντομα αποτέλεσαν το χωριό, που αναφέρει ο Ελβιγιά Τσελεμπή. Δεν αποκλείεται στη σύμπτυξη αυτών των πυρήνων να συμμετείχαν κι επήλυδες και από άλλα μέρη της Ελλάδας, από τη Θεσσαλία και την Ήπειρο κυρίως, οι οποίοι είχαν έρθει στη Θράκη είτε αναγκασμένοι από τους Σουλτάνους είτε από τη φτώχεια.

 

 

 

                         Ανάπτυξη του Σουφλίου

 

 

   Από το 19ο αιώνα, το Σουφλί αποτελούσε το διοικητικό κέντρο μιας πλούσιας περιοχής με 60000 περίπου κατοίκους, η οποία εκτεινόταν και στις δύο πλευρές του Έβρου.

   Η σημαντική πληθυσμιακή συγκέντρωση και η ανυπαρξία πλησιέστερων πόλεων, είχαν ως αποτέλεσμα την ανάδειξη του Σουφλίου σε σημαντικό εμπορικό κέντρο μιας ευρύτερης περιφέρειας. Είναι ενδεικτικό ότι η εβδομαδιαία αγορά που γινόταν κάθε Σάββατο αποτελούσε πόλο έλξης για τους κατοίκους των 60 χωριών της περιοχής.

   Από το προξενείο της Ελλάδας στην Ανδριανούπολη μαθαίνουμε ότι το 1858 λειτουργούσε στο Σουφλί αλληλοδιδακτικό σχολείο και η κοινότητα διέθετε πληρωμές δασκάλων 6500 γρόσια.

   Κατά την περίοδο 1870-1880 σημειώθηκε μεγάλη ανάπτυξη στο Σουφλί. Η κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής και του σταθμού (1872) έδωσε την πρώτη ώθηση στην οικονομική του ανάπτυξη.

   Ταυτόχρονα η ανακάλυψη, από τον Παστέρ, μεθόδου καταπολέμησης των ασθενειών των κουκουλιών, συντελεί στην ανάπτυξη, με γοργούς ρυθμούς, της σηροτροφίας.

   Παράλληλα με την εμπορική του σημασία το Σουφλί είχε αναδειχθεί και σε σημαντικό βιοτεχνικό κέντρο. Ιδιαίτερη αναφορά θα πρέπει να γίνει στη βιοτεχνία της καροποιίας, η οποία προμήθευε με βοϊδάμαξες, φημισμένες για την εξαιρετική στερεότητά τους, ολόκληρη την περιοχή της Θράκης. Πριν από το 1922, λειτουργούσαν στο Σουφλί 60 μικρά καροποιεία και σιδηρουργεία και δύο μηχανοκίνητα εργοστάσια. Επίσης υπήρχαν 4 ατμοκίνητοι αλευρόμυλοι και αρκετές βιοτεχνίες παραγωγής σισαμέλαιου.

   Η κτηματική έκταση του Σουφλίου, κατά την πριν από το 1922 περίοδο, περιλάμβανε 16000 στρέμματα μορεώνων 6000-7000 στρέμματα αμπελώνων και 4500 στρέμματα αγρών. Η δεύτερη σημαντική απασχόληση του Σουφλίου μετά τη σηροτροφία, και μάλιστα παλαιότερη από αυτήν, είναι η αμπελουργία. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι η παραγωγή κρασιού στο Σουφλί κατά τον 19ο αιώνα έφτανε τα 2,000,000 λίτρα περίπου. Ωστόσο η ανάπτυξη της σηροτροφίας και η επέκταση των μορεοφυτειών που επακολούθησε είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της αμπελοκαλλιέργειας. Όμως η σηροτροφία, αν και πολύ διαδεδομένη, δεν αποτελούσε μοναδική απασχόληση. Ήταν περισσότερο συμπληρωματική και εποχιακή. Είχε μπει σ’ όλα τα σουφλιώτικα σπίτια και το δίμηνο Μαίου-Ιουνίου απασχολούσε γεωργούς, εμπόρους, επαγγελματίες κι άφηνε ένα ικανοποιητικό εισόδημα.

 

 

 

     

 

 

 

 

 

                            Πολιτιστική Άνθηση

 

 

   Συγχρόνως με την οικονομική ανάπτυξη επέρχεται κοινωνικοπολιτιστική άνθιση και άνοδος του πνευματικού επιπέδου των κατοίκων. Πριν από τα μέσα του 19ου αιώνα χτίζονται οι δύο εκκλησίες Αγ. Γεώργιος και Αγ. Αθανάσιος αληθινά κοσμήματα ακόμα και σήμερα. Περίπου στα 1860 δημιουργείται η Αστική Σχολή (σήμερα λειτουργεί σαν Β΄ Δημοτικό Σχολείο)και το 1880-82 χτίζεται και λειτουργεί το Παρθεναγωγείο Σουφλίου(σήμερα Α΄ Δημοτικό Σχολείο).

   Από το 1878 υπήρχε ο «θεατρικός όμιλος Σουφλίου»και το 1905-10 παρουσιάζεται και άλλος «θεατρικός όμιλος». Δίνονται παραστάσεις ακόμα και με εθνικό περιεχόμενο, αλλά για να πάρουνε την άδεια της παράστασης από τους Τούρκους τις βαπτίζανε «ερωτικές».

   Με τη λειτουργία της Αστικής Σχολής δημιουργείται δανειστική βιβλιοθήκη και από το 1900 διδάσκεται το μάθημα της μουσικής. Από το 1910 λειτούργησε  το «Λαϊκό Αναγνωστήριο» που μετονομάστηκε το 1911 «Αναγνωστήριο η Ροδόπη» με συνδρομητές. Το 1903 υπάρχουν 34 συνδρομητές στο φιλολογικό περιοδικό «Φιλόκαλος Πηνελόπη» που εκδίδεται στην Κων/πολη.

   Ιδρύονται τα φιλανθρωπικά σωματεία: «Φιλανθρωπική Αδελφότης ο Άγιος Γεώργιος» το 1904 και «Φιλόπτωχος Αδελφότης των Κυρίων η Ειρήν绨το 1908.

 

 

 

                                              Σηροτροφία

 

 

   Οι πρώτες βιοτεχνικές μονάδες παρουσιάζονται το 1870, ενώ στις αρχές του 20ου αιώνα χτίζονται στο Σουφλί οργανωμένα εργοστάσια που απασχολούν αρκετές εργάτριες-εργάτες. Τέτοια εργοστάσια ήταν το μεταξουργείο των αδελφών Αζαρία-Πάπο, που ιδρύθηκε το 1903 με 84 χειροκίνητες λεκάνες και απασχολούσε περίπου 150 άτομα.

   Το 1909 ο εμπορικός οίκος του Μιλάνου «Ceriano Fratelli», ιδρύει το δεύτερο αναπηνιστήριο μεταξιού δυναμικότητας 40 ατμοκίνητων λεκανών. Οι κτιριακές εγκαταστάσεις του εργοστασίου αυτού αναπτύσσονται σ’ ένα οικόπεδο 10500τ.μ. αποτελείται από 13 κτίσματα, από τα οποία τα σημαντικότερα είναι η τριώροφη αποθήκη κουκουλιών, το ξηραντήριο (το χώρο απόπνιξης των κουκουλιών σε ειδικούς φούρνους), το υφαντήριο και κλωστήριο, το μεταξουργείο-αναπηνιστήριο και χώρους μηχανοστασίου και λέβητα.

   Την ίδια εποχή αναφέρεται κι ένα τρίτο μεταξουργείο του εμπορικού οίκου Ι.Κουκούλη και Υιοί. Κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων κλείνουν τα αναπηνιστήρια (μεταξουργεία) του «Ceriano Fratelli» και Κουκούλι και λειτουργεί μόνο ένα μεταξουργείο των αδελφών Αζαρία-Πάπο. Το 1920 οι Μποχώρ και Ελιέζερ Τζίβρε, Εβραίοι έμποροι κουκουλιών από το Διδ/χο, αγοράζουν το εργοστάσιο του «Ceriano Fratelli» και του προσθέτουν 54 χειροκίνητες λεκάνες. Παράλληλα, νοικιάζουν και το μεταξουργείο των Αζαρία-Πάπο. Ο Π. Χατζησάββας, πρόσφυγας από την Προύσα, το 1925 ιδρύει το τρίτο μεταξουργείο, το λεγόμενο «Φαβρικούδι» με δυναμικότητα 28 λεκανών. Το 1927 οι Τζίβρε θέτουν σε λειτουργία το πρώτο υφαντήριο, με 16 ίππους και αργότερα προστίθενται άλλοι 8 ίπποι. Το 1932 ήρθε από τη Δ. Μακεδονία ο Απ. Τσιακίρης και δημιούργησε ένα ακόμα μεταξουργείο (το τέταρτο στο Σουφλί), το οποίο λειτούργησε μέχρι το 1940 και απασχολούσε περίπου 150 εργάτες. Στις 1-4-1933 η Ο.Ε. Μποχώρ κι Ελιέζερ Τζίβρε μετατρέπεται σε Α.Ε. με την Επωνυμία «Ευτέρπη».

   Σταδιακά η σηροτροφία αναπτύχθηκε σημαντικά κι έγινε το κύριο εισόδημα των κατοίκων της περιοχής Σουφλίου, μέχρι το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο.

   Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής 1941-44 κλείνουν όλα τα εργοστάσια μεταξιού στο Σουφλί. Μετά τον πόλεμο η παραγωγή μεταξωτών υφασμάτων μειώθηκε σημαντικά. Κύρια αιτία η εκρηκτική αύξηση της παραγωγής συνθετικών υποκατάστατων του μεταξιού. Στη χώρα μας η παραγωγή υποδεκαπλασιάστηκε και περιορίστηκε κυρίως στις περιοχές Σουφλίου και Διδ/χου και λίγο στην Κεντρική Μακεδονία και Θεσσαλία.

   Στο Σουφλί μετά τον εμφύλιο πόλεμο ξαναλειτούργησε μόνο το μεταξουργείο των αδελφών Τζίβρε. Το 1949 εκμίσθωσαν και το εργοστάσιο του Χατζησάββα κι έτσι όλη η μεταξουργία του Σουφλίου πέρασε στον έλεγχο της οικογένειας αυτής.

   Από το 1950 μέχρι και το 1980 λειτούργησε το αναπηνιστήριο του Μαυρουδή Μπρίκα που απασχολούσε 5-10 γυναίκες. Το 1953 περίπου, άρχισε να λειτουργεί,(πρόσθετα από εκείνο των Τζίβρε, διαλογητήριο και ψήσιμο κουκουλιών των Αντωνίτση-Κίτσιου, μέχρι το 1979 που απασχολούσε 40-50 εργάτες-εργάτριες το χρόνο.

   Το 1955 κατασκευάστηκε το κρατικό μεταξεργοστάσιο χωρίς όμως να τεθεί σε λειτουργία. Το 1963 νοικιάστηκε στον Δ.Σακελλαρίδη και λειτούργησε μέχρι το 1976.

   Το 1963 το μεταξουργείο των αδελφών Τζίβρε έκλεισε οριστικά. Συγχρόνως με τα μεταξουργεία λειτούργησαν και αρκετές οικοτεχνίες που συνολικά απασχολούσαν 500 περίπου μεταξεργάτριες.

 

 

    Σήμερα λειτουργούν στο Σουφλί οι εξής βιοτεχνίες μεταξωτών:

Μεταξουργία των αδελφών Τσιακίρη που ξεκίνησε το 1956 με χειροκίνητους αργαλειούς ύφανσης μεταξωτών τους οποίους αντικατέστησε με μηχανικούς το 1960.

    Μεταξουργία Αθ. Μουχταρίδη από το 1976.

    Υφαντήριο Λ. Σαρδανίδη από το 1978.

Επίσης το διάστημα 1984-87 λειτούργησε το υφαντήριο Στ. Πίτα. Τέλος από το 1990 άρχισε και η λειτουργία της βιοτεχνίας κεντημάτων μηχανής του Κ. Παπαδόπουλου.

 

           Αμπελοκαλλιέργεια και Οινοποίηση στο Σουφλί

 

 

   Η τέχνη της καλλιέργειας του αμπελιού και της οινοποίησης χάνεται στα βάθη των αιώνων.

   Από στοιχεία που έχουν διασωθεί μέχρι σήμερα, βλέπουμε ότι η οινοποίηση στο Σουφλί, αποτελούσε μαζί με το μετάξι, τις δύο βασικές δραστηριότητες των κατοίκων, οι οποίες οδήγησαν το Σουφλί σε ένα υψηλό οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο με αποτέλεσμα να γίνει γνωστό σε όλη την Ευρώπη.

   Εξαγωγές κρασιού σε όλη τη χερσόνησο του Αίμου, εξαγωγές στη Γαλλία από το 1880 έως τους Βαλκανικούς πολέμους.

   Οι Γάλλοι μετά την κατασκευή του σιδηροδρομικού δικτύου επέλεξαν το Σουφλί λόγω της ιδιαιτερότητάς του (γνώση της καλλιέργειας του μοναδικού τρόπου οινοποίησης, του κλίματος της περιοχής και κυρίως χάρη μιας μοναδικής τοπικής ποικιλίας-καρναχαλάς-που δίνει κρασί ισορροπημένο σε σώμα και χρώμα) για να εισάγουν στη Γαλλία σταφύλια και να εμπλουτίσουν τα δικά τους κόκκινα κρασιά.

   Με αφορμή την εξέλιξη αυτή, ο Σουφλιώτης Παπασιλέκας χημικός-οινολόγος από τους λίγους της εποχής και μοναδικός στο τότε Οθωμανικό κράτος άνοιξε στα τέλη του 19ου αιώνα οινολογικό εργαστήριο στο Σουφλί. Έφερε επιπλέον, επιστημονικό τρόπο παραγωγής στην καλλιέργεια και στην οινοποίηση.

   Μετά την απελευθέρωση, μετακομίζει στην πρωτεύουσα με όλο του το συνεργείο. Αυτός ήταν από τους πρωτεργάτες που ανέδειξαν το ελληνικό κρασί και ελληνικό αμπελώνα και από τους ιδρυτές της ένωσης Ελλήνων οινολόγων το 1927. Σήμερα συνυφασμένη η παράδοση με το νέο τρόπο καλλιέργειας έκανε το σουφλιώτικο ερυθρό κρασί να είναι ίσως ένα από τα καλύτερα ελληνικά, γνωστό σε όλη την ελληνική επικράτεια.

 

 

                                          Επίλογος 

 

 

   Η εργασία αυτή δίνει πληροφορίες για την ίδρυση και την ανάπτυξη του Σουφλίου και για την πολιτιστική του άνθιση. Αναφέρεται επίσης στις ασχολίες των ανθρώπων που ήταν κυρίως η σηροτροφία και η αμπελοκαλλιέργεια.