Από εργασία των μαθητριών: Πατέλη Αθανασία, Πετκίδου Μαίρη, Μπουδαλέ Δέσποινα

ΣΟΥΦΛΙ

  Η ΠΟΛΗ ΤΟΥ ΜΕΤΑΞΙΟΥ

 

 

 

 

 

ΣΟΥΦΛΙ 2003

                    

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΣΟΥΦΛΙΟΥ

Το Σουφλί αναφέρεται για πρώτη φορά από τον Τούρκο ταξιδιώτη Εβλιγιά Τσελεμπή στα 1667. Την περίοδο εκείνη ήταν ένα χωριό απαλλαγμένο από τη φορολογία. Η τουρκική ονομασία Σοφουλού δείχνει ότι πιθανότατα αποτελούσε κτήμα μοναστικού τάγματος που όντως υπήρχε στην περιοχή. Αργότερα, οικογένειες Σουφλιωτών κατέφυγαν στο Σουφλί και τα πατρωνύμιά τους μνημονεύονται σε σημερινά επώνυμα. Είναι ωστόσο ιστορικά αποδεδειγμένο ότι το Σουφλί κατοικούνταν από τη Νεολιθική Εποχή. Αυτό διαπιστώνεται από αντικείμενα που βρέθηκαν στην περιοχή, και από την ανακάλυψη τάφων της Ελληνιστικής Περιόδου. Το έντονο θρακιώτικο στοιχείο στα έθιμα της περιοχής μαρτυρεί την καταγωγή των Σουφλιωτών από το μεγάλο Θρακικό φύλο της Βαλκανικής χερσονήσου και των νησιών του βορειοανατολικού Αιγαίου.

Κατά την περίοδο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας το Σουφλί ήταν ισχυρό οικονομικό, πολιτικό και πολιτισμικό κέντρο που έφτανε ως την ανατολική όχθη του ποταμού Έβρου με πληθυσμό της τάξης των 60.000 ατόμων. Η ραγδαία ανάπτυξη οφείλεται στην σηροτροφία, που υπήρξε η κύρια πηγή οικονομικής ανάπτυξης της περιοχής για πολλές δεκαετίες. Τότε ιδρύθηκαν και τα εργοστάσια επεξεργασίας μεταξιού των Αζαρία και Πάπο (1908), των Τζίβρε (1920) που ήταν και η μεγαλύτερη μονάδα της περιοχής και του Π. Χατζησάββα. Αργότερα δημιουργούνται το εργοστάσιο Τσιακίρη (1954) που λειτουργεί ως σήμερα και το κρατικό εργοστάσιο (1967). Η αμπελουργία και η οινοποιεία παρουσίασαν γρήγορη ανάπτυξη. Αυτά ήταν τα δύο κύρια μέλη της οικονομικής ζωής του τόπου. Παράλληλα αναπτύχθηκαν και άλλες μορφές βιοτεχνίας όπως τα 60 καροποιεία και σιδηρουργεία που λειτουργούσαν πριν το 1922, καθώς και οι 4 ατμοκίνητοι αλευρόμυλοι και αρκετές μονάδες παραγωγής σισαμελαίου.

          

 

Μετά τις συνθήκες του 1922-23 η Ανατολική Θράκη και η Ρωμυλία πέρασαν στην κυριαρχία του νεοσύστατου τουρκικού κράτους. Έτσι, το Σουφλί έχασε ένα μεγάλο μέρος της πεδιάδας των 70.000 στρεμμάτων, που ήταν απέραντα μορεολίβαδα, αποκλειστική τροφή του μεταξοσκώληκα. Επιπλέον, η σηροτροφία και το εμπόριο μεταξιού περιήλθαν στο ελληνικό, νομικό και φορολογικό καθεστώς. Αυτό είχε ως συνέπεια τη σταδιακή μείωση της παραγωγής και των εξαγωγών στην Ευρώπη. Η ανακάλυψη και διάδοση της τεχνητής μεταξωτής ίνας ανέκοψε οριστικά και αμετάκλητα την πορεία της σηροτροφίας. Τα 4 εργοστάσια αναπήνησης καθώς και οι πολλές οικοτεχνίες παραγωγής μεταξιού έπαψαν να λειτουργούν. Αυτή τη στιγμή λειτουργούν 5 βιοτεχνίες ύφανσης και παραγωγής μεταξωτών ειδών καθώς και καταστήματα που εμπορεύονται μεταξωτά είδη. Το 1993, η παραγωγή κουκουλιών ανερχόταν σε 5.000 κιλά από 800.000 κιλά που ήταν το 1908.

ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΣΟΥΦΛΙΟΥ

Από τον 19ο αιώνα, το Σουφλί αποτελούσε το διοικητικό κέντρο μιας πλούσιαςπεριοχής με 60.000 περίπου κατοίκους, η οποία εκτεινόταν και στις δύο πλευρές του Έβρου.Η σημαντική πληθυσμιακή συγκέντρωση και η ανυπαρξία πλησιέστερων πόλεων, είχαν ως αποτέλεσμα την ανάδειξη του Σουφλίου σε σημαντικό εμπορικό κέντρο μιας ευρύτερης περιφέρειας. Από το προξενείο της Ελλάδας στην Ανδριανούπολη μαθαίνουμε ότι το 1858 λειτουργούσε στο Σουφλί αλληλοδιδακτικό σχολείο και η κοινότητα διέθεται για πληρωμές δασκάλων 6.500 γρόσια.Κατά την περίοδο 1870-1880 σημειώθηκε μεγάλη ανάπτυξη στο Σουφλί. Η κατασκευή της σιδηροδρομικής γραμμής και του σταθμού (1872) έδωσε την πρώτη ώθηση στην οικονομική του ανάπτυξη. Ταυτόχρονα η ανακάλυψη, από τον Παστέρ, μεθόδου καταπολέμησης των ασθενειών των κουκουλιών συντελεί στην ανάπτυξη με γοργού ρυθμούς της σηροτροφίας .Το 1877 ο αριθμός των κατοίκων του Σουφλίου υπολογίζεται σε 4.680 άτομα. Το 1900 ο πληθυσμός ανεβαίνει στους 10.000 κατοίκους και το 1908 στις 12-13.000m κατοίκους.                                                                                                                                                         

Παράλληλα με την εμπορική του σημασία το Σουφλί είχε αναδειχθεί και σε σημαντικό βιοτεχνικό κέντρο. Ιδιαίτερη αναφορά θα πρέπει να γίνει στη βιοτεχνία της καροποιίας, η οποία προμήθευε με βοϊδάμαξες, φημισμένες για την εξαιρετική στερεότητά τους, ολόκληρη την περιοχή της Θράκης. Η κτηματική έκταση του Σουφλίου, κατά την πριν από το 1922, περίοδο, περιλάμβανε 16.000 στρέμματα μορεώνων, 6-7.000 στρέμματα αμπελώνων και 4.500 στρέμματα αγρών.Η δεύτερη σημαντική απασχόληση του Σουφλίου μετά τη σηροτροφία,και μάλιστα παλιότερη από αυτή, είναι η αμπελουργία. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι η παραγωγή κρασιού στο Σουφλί κατά τον 19ο αιώνα έφτανε τα 2 εκατομμύρια λίτρα περίπου.Ωστόσο η ανάπτυξη της σηροτροφίας και η επέκταση των μορεοφυτειών που επακολούθησε είχε ως αποτέλεσμα τη μείωση της αμπελοκαλλιέργειας. Όμως η σηροτροφία, αν και πολύ διαδεδομένη, δεν αποτελούσε μοναδική απασχόληση. Ήταν περισσότερο συμπληρωματική και εποχιακή. Είχε μπει σε όλα τα σουφλιώτικα σπίτια και το δίμηνο Μαΐου - Ιουνίου απασχολούσε γεωργούς, εμπόρους, επαγγελματίες κι άφηνε ένα ικανοποιητικό εισόδημα.

 

 

 

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΗ ΑΝΘΙΣΗ

Συγχρόνως με την οικονομική ανάπτυξη επέρχεται κοινωνική και πολιτιστική άνθιση και άνοδος του πνευματικού επιπέδου των κατοίκων. Πριν από τα μέσα του 19ου αι. χτίζονται οι δύο εκκλησίες Άγιος Γεώργιος και Άγιος Αθανάσιος αληθινά κοσμήματα μέχρι και σήμερα. Περίπου στα 1860 δημιουργείται η Αστική Σχολή (σήμερα λειτουργεί σαν Β΄ Δημ. Σχολείο) και το 1880-82 κτίζεται και λειτουργεί το Παρθεναγωγείο Σουφλίου (σήμερα Α΄ Δημ. Σχολείο ).Από το 1878 υπήρχε ο «θεατρικός όμιλος Σουφλίου» και το 1905-10 παρουσιάζεται άλλος «θεατρικός όμιλος ». Από το 1900 στην Αστική Σχολή διδάσκεται το μάθημα της μουσικής .

 

ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΙ ΠΟΛΕΜΟΙ- Α΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Όμως οι βαλκανικοί πόλεμοι αρχικά και ο Α΄ παγκόσμιος πόλεμος στη συνέχεια, μετέτρεψαν την περιοχή της Θράκης σε θέατρο πολεμικών επιχειρήσεων, και αυτό είχε ως αποτέλεσμα τη σηροτροφική κρίση και γενικά την παρακμή της περιοχής μέχρι το 1920.Ακόμη η ενσωμάτωση του Σουφλίου στην Ελλάδα μετά το 1922, σηματοδότησε την οικονομική του παρακμή. Η απώλεια της ενδοχώρας που βρισκόταν στην ανατολική όχθη του ποταμού Έβρου και η συνακόλουθη μείωση του πληθυσμού της Ελληνικής πλέον επαρχίας Σουφλίου είχε ως αποτέλεσμα τη συρρίκνωση της τοπικής αγοράς και κατ΄ επέκταση τον περιορισμό των εμπορικών και βιοτεχνικών δραστηριοτήτων της πόλης του Σουφλίου. Έτσι το Σουφλί από διαμετακομιστικό και εμπορικό κέντρο μετατράπηκε σε παραμεθόριο με όλα τα μειονεκτήματα της παραμεθορίου περιοχής.

Επιπλέον η διαίρεση της Θράκης στέρησε από το Σουφλί ένα μεγάλο μέρος των κτηματικών του εκτάσεων που βρίσκονταν στην ανατολική όχθη του Έβρου, και τα οποία πέρασαν στην τουρκική επικράτεια. Πιο συγκεκριμένα, το 1922, παρέμειναν στο Σουφλί 9.000 στρέμματα μορεώνες και 2.500 στρέμματα αγροί, ενώ οι αμπελώνες είχαν καταστραφεί εντελώς από τη ξηρασία των φύλλων. Έτσι κατά τη νέα περίοδο, που άρχισε μετά την ενσωμάτωση του Σουφλίου στην Ελλάδα, η σηροτροφία απέμεινε ως η κυριότερη πηγή χρηματικών εισοδημάτων για τους Σουφλιώτες .Οι διάφορες καλλιέργειες σε σιτάρι , αραβόσιτο και σίκαλη εξασφάλιζαν την αυτάρκεια της διατροφής της πόλης. Επίσης οι κάτοικοι του Σουφλίου εκμεταλλεύονταν τον κενό χώρο ανάμεσα στα μορεόδεντρα και φύτευαν κυρίως όσπρια και άλλα πρώιμα ή όψιμα δημητριακά. Κατά τη δεκαετία του 1920 - 1930 υπήρχαν 600 περίπου επαγγελματίες σηροτρόφοι, μέλη του Γεωργικού Προμηθευτικού Συνεταιρισμού που παρήγαν 120.000 κιλά χλωρά κουκούλια το χρόνο. Επίσης κάθε οικογένεια του Σουφλίου ανεξάρτητα από τις άλλες δραστηριότητές της, έκανε εκτροφή κατά μέσο όρο 3-4 περίπου κουτιά μεταξόσπορο, τα οποία απέδιδαν 135 -180 κιλά χλωρά κουκούλια.

 

Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

Με το Β΄ παγκόσμιο πόλεμο και τη γερμανική κατοχή σταματά κάθε εμπορική και πνευματική δραστηριότητα .Με την αποχώρηση των Γερμανών τον Αύγουστο του 1944 και την αρχή του εμφυλίου πολέμου το Σουφλί γεμίζει ξανά κόσμο. Οι κάτοικοι των γύρω χωριών συγκεντρώνονται στο Σουφλί για λόγους ασφαλείας και μένουν ως το τέλος του 1948 .

ΝΕΟΤΕΡΑ ΧΡΟΝΙΑ

            Από το 1949 οι κάτοικοι του Σουφλίου φιλειρηνικοί, φιλοπρόοδοι και φιλεργατικοί, αγωνίζονται συνεχώς για να βελτιώσουν τις συνθήκες διαβίωσής τους. Όμως η εφεύρεση του συνθετικού μεταξιού και η πτώση των τιμών των κουκουλιών οδηγούν στην παρακμή της σηροτροφίας. Οι μουριές σιγά σιγά λιγοστεύουν και με τον αναδασμό σχεδόν εξαφανίζονται. Η παρακμή της σηροτροφίας σε συνδυασμό με την έλλειψη βιομηχανικών μονάδων ανάγκασε τον πληθυσμό να μεταναστεύσει στα αστικά κέντρα ή στο εξωτερικό όπου έβρισκε εργασία.

 

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΜΕΤΑΞΙΟΥ

 

 

ΑΡΧΑΙΟΤΗΤΑ

            Η ιστορία του μεταξιού χάνεται στα βάθη των αιώνων και είναι συνυφασμένη με κινέζικους μύθους. Φαίνεται ότι πολλούς αιώνες πριν αρχίσει η επεξεργασία του μεταξιού ο μεταξοσκώληκας ζούσε σε άγρια μορφή πάνω στα μορεόδεντρα. Σύμφωνα με  Κινέζους συγγραφείς, η τέχνη της εκτροφής του μεταξοσκώληκα και η κατεργασία του μεταξιού ανακαλύφθηκε τυχαία από την αυτοκράτειρα Σι Λιγκ Τσι γύρω στο 2690 π.Χ. Σύμφωνα με τον μύθο η αυτοκράτειρα έπινε στους βασιλικούς κήπους το τσάι της, όταν ξαφνικά μία κουκουλόφουσκα έπεσε μέσα στο βραστό νερό του τσαγιού. Στην προσπάθειά της να την βγάλει έξω, τράβηξε μία εξαιρετικά λεπτή αλλά ανθεκτική κλωστή, την πρώτη μεταξωτή ίνα.

      

 

 

Από τότε άρχισε η ανάπτυξη της σηροτροφίας στην Κίνα και κατοχυρώθηκε ως μυστικό από τους Κινέζους για περίπου 2.000 χρόνια. Το μυστικό της σηροτροφίας μεταφέρθηκε στην Ιαπωνία τον 8ο αιώνα π.Χ. από Κινέζους μετανάστες που μετέφεραν κρυφά τον σπόρο του μεταξοσκώληκα και την τεχνογνωσία. Τέλος, κατά τον 4ο αιώνα π.Χ. με τις εκστρατείες του Μέγα Αλέξανδρου το μετάξι έγινε γνωστό στους αρχαίους Έλληνες και στους Ρωμαίους.

 

ΤΙ ΓΙΝΕΤΑΙ ΣΤΗ ΔΥΣΗ

Κατά την περίοδο των σταυροφοριών, οι Φράγκοι έπαιρναν αιχμαλώτους σηροτρόφους από το βυζάντιο και τους μετέφεραν στις πατρίδες τους, όπου τους χρησιμοποιούσαν για την μετάδοση της τεχνογνωσίας που κατείχαν και για την βελτίωση της οργάνωσης των σηροτροφικών μονάδων που λειτουργούσαν στη Δύση. Επίσης το 730 μ.Χ. Άραβες πειρατές μετέφεραν μέσω των αιχμαλώτων τους την σηροτροφία στην Σικελία.

Από τις αρχές του 16ου αιώνα η επεξεργασία του μεταξοσκώληκα και η παραγωγή του μεταξιού παίρνει πλέον βιομηχανική μορφή και γνωρίζει μία συνεχή τεχνολογική ανάπτυξη κατά τον 18ο αιώνα. Τα σημαντικότερα κέντρα επεξεργασίας και εμπορίας του μεταξιού που υπήρχαν την εποχή αυτή ήταν η Λυών, η Τουρ και η Αβινιόν της Γαλλίας καθώς και η Γένοβα, η Βενετία, η Φλωρεντία και το Κόμο της Ιταλίας.

Το 1882 η παρουσίαση της συνθετικής ίνας στην διεθνή εμπορική έκθεση του Παρισιού αποτέλεσε καθοριστικό γεγονός που μείωσε την παραγωγή μεταξιού στην Ευρώπη τις επόμενες δεκαετίες. Επίσης στην μείωση της παραγωγής του μεταξιού στη Γαλλία συντέλεσε και η μεγάλη επιδημία της πιπερίτιδας που έπληξε τους μεταξοσκώληκες (1820 - 1825). Βέβαια όλα τα παραπάνω γεγονότα βοήθησαν την αύξηση της παραγωγής μεταξιού στην Ελλάδα και ειδικότερα στο Σουφλί, του οποίου το μετάξι υπερείχε ποιοτικώς από εκείνα της Γαλλίας και της Ιταλίας.

ΟΘΩΜΑΝΙΚΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ

Για αρκετούς αιώνες η εκτροφή του μεταξοσκώληκα αποτελούσε παραδοσιακή απασχόληση των κατοίκων του Βιλαετιού της Ανδριανούπολης. Το 1823 - 1824 ένας αγγλικός οίκος έδειξε ενδιαφέρον για την αγορά του επεξεργαζόμενου ντόπιου μεταξιού εκτινάζοντας στα ύψη την τιμή πώλησής του. Ταυτόχρονα εμφανίστηκε και η ασθένεια της πιπερίτιδας στη Γαλλία και στην Ιταλία και η μεγάλη ζήτηση κουκουλιών έδωσε ώθηση στην ανάπτυξη της σηροτροφίας στην περιοχή.

 

 

Οι εκτάσεις γύρω από τον ποταμό Έβρο ενδείκνυται για τη φύτευση μουριών και η περιοχή του Σουφλίου μετατρέπεται σε έναν απέραντο μορεώνα. Σχεδόν όλοι οι κάτοικοι του Σουφλίου ασχολούνται με το μετάξι είτε ως παραγωγοί είτε ως εργάτες στα εργοστάσια είτε ως έμποροι. Στις αρχές του 1880 το Σoυφλί εμφανίζεται ως σημαντικό σηροτροφικό κέντρο που παράγει το 40% των κουκουλιών του Βιλαετίου της Ανδριανούπολης.